Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Η Προσποίηση στον αθλητισμό: μια νευροβιολογική ανάλυση

Ο Νίκος Γκάλης, αυτός ο υπέροχος καλαθοσφαιριστής, προσποιείται ότι θα εκτελέσει τρίποντο, ο αμυντικός σηκώνεται για να του ανακόψει το σουτ και ξαφνικά,ο Γκάλης χαμηλώνει, ξεκινάει ντρίπλα, διεισδύει στο καλάθι και με ένα υπέροχο layup, αφήνει τη μπάλα στο καλάθι, προς έκπληξη του αμυντικού. Ο Βασίλης Χατζηπαναγής, αυτός ο μάγος της μπάλας, προσποιείται ότι θα προωθήσει τη μπάλα αριστερά και μια εκρηκτική δίπλωση του κορμού φεύγει δεξιά, ενώ ο εμβρόντητος αμυντικός μένει παγωμένος στη θέση του μη μπορώντας να αντιδράσει!

Αυτό που κάνει την προσποίηση, ως ενέργεια, τόσο εντυπωσιακή είναι η αντίδραση του/της αντιπάλου. Αντιδράει στην αρχική ενέργεια, ακολουθεί ένα ξάφνιασμα-πάγωμα, τέτοιο που τον/την κάνει ανήμπορο να αλλάξει το κινητικό σχέδιο που έχει ήδη δρομολογηθεί.
Γιατί, όμως, κάποιες προσποιήσεις είναι επιτυχημένες, ενώ άλλες αποτυγχάνουν; Είναι κοινή γνώση ότι για να είναι επιτυχημένη μια προσποίηση θα πρέπει ο ενεργών να την «πουλήσει» πολύ καλά! Η αρχική, δηλαδή, ενέργεια να είναι τόσο πειστική, που ο αμυντικός να ξεκινήσει να αντιδρά σε αυτή, ανεξάρτητα από το τι ενέργεια θα επιλέξει να ακολουθήσει ο επιτιθέμενος.
Ένα κύριο χαρακτηριστικό μιας επιτυχημένης προσποίησης είναι ο χρόνος ανάμεσα στην αρχική και την επόμενη κίνηση. Για να «πιάσει» η προσποίηση, θα πρέπει ο αμυντικός να περιέλθει σε μια γνωστική κατάσταση σύγχυσης. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ο όρος «ψυχολογικά ανερέθιστη περίοδος» (psychological refractory period (PRP): Telford, 1931). Στη βιολογία ο όρος «ανερέθιστη περίοδος» αναφέρεται στη χρονική καθυστέρηση επανενεργοποίησης, που παρατηρείται στην κυτταρική μεμβράνη ενός νευρώνα, αμέσως μετά τη διέγερσή της. Η κυτταρική μεμβράνη δεν μπορεί να διεγερθεί εκ νέου πριν επανέλθει στην αρχική κατάσταση ηρεμίας. Ο όρος αναφέρεται σε αυτή ακριβώς τη διαδικασία, αν και πιο περίπλοκη. Η ψυχολογικά ανερέθιστη περίοδος (PRP) είναι το φαινόμενο της καθυστερημένης αντίδρασης του οργανισμού σε ένα ερέθισμα, όταν παρεμβάλλεται ανάμεσα στην αντίληψη ενός αρχικού ερεθίσματος και της αντίδρασης του οργανισμού σε αυτό (Schmidt & Lee, 2011).
Στην Εικόνα 1 παρουσιάζεται η αντίδραση του αμυντικού σε μια πάσα του γνωστού αμερικάνου καλαθοσφαιριστή Steve Nash (Lee, 2011). Ο Steve Nash απλά εκτελεί κίνηση για πάσα αριστερά και ο αντίπαλος αντιδρά σε αυτή την ενέργεια σχεδόν άμεσα (150-220ms).
Στην Εικόνα 2 βλέπουμε τώρα τον χρόνο αντίδρασης (γκρι περιοχή) του αμυντικού όταν μετά από μια αρχική ενέργεια (προσποίηση για πάσα δεξιά) ακολουθεί άλλη διαφορετική ενέργεια (πάσα αριστερά). Ο αμυντικός παίκτης «τρώει» την προσποίηση, ξεκινάει ένα σχέδιο δράσης για να ανακόψει την πάσα δεξιά (RT to fake pass) αλλά διαπιστώνει ότι η πάσα είναι πλέον αριστερά. Η αντίδρασή του στη δεύτερη αυτή δράση είναι αρκετά καθυστερημένη (γκρι περιοχή, RT to real pass), γεγονός που δίνει πλεονέκτημα στον επιτιθέμενο Steve Nash να κάνει μια επιτυχημένη πάσα για καλάθι.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να διερωτηθούμε γιατί κάποιες προσποιήσεις είναι επιτυχημένες ενώ άλλες αποτυγχάνουν. Η έρευνα έχει δείξει ότι ο χρόνος ανάμεσα στην παρουσίαση των δύο ερεθισμάτων (S1-S2) παίζει σημαντικό ρόλο. Ο χρόνος αυτός αναφέρεται ως χρόνος ασύγχρονης διέγερσης (stimulus-onset asynchrony, SOA). Εάν ο SOA είναι πολύ μικρός ή πολύ μεγάλος, τότε ο αμυντικός δεν «τρώει» την προσποίηση. Για παράδειγμα, ας δούμε την Εικόνα 3. Ο Nash κάνει προσποίηση ότι θα πασάρει δεξιά αλλά σε πάρα πολύ μικρό χρόνο πασάρει αριστερά. Ο χρόνος αντίδρασης του αμυντικού στην πραγματική (αριστερή) πάσα φαίνεται από το μήκος του γκρι ορθογωνίου (RT to real pass), ο οποίος δεν διαφέρει από τον χρόνο αντίδρασής του στο ίδιο ερέθισμα χωρίς προσποίηση (Εικόνα 1). Το ίδιο παρατηρούμε και στην Εικόνα 4, όπου ο Nash προσποιείται πάσα δεξιά αλλά μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα πασάρει αριστερά. Και πάλι ο χρόνος αντίδρασης είναι ίδιος με αυτόν στο ίδιο μοναδικό ερέθισμα.

Στην πρώτη περίπτωση ο αμυντικός αντιλαμβάνεται τα δύο ερεθίσματα ως ένα ενιαίο σύνολο και αντιδράει σε αυτό το μοναδικό ερέθισμα, χωρίς καθυστέρηση. Στη δεύτερη περίπτωση το κινητικό πρόγραμμα έχει δρομολογηθεί και υπάρχει αρκετός χρόνος για την επεξεργασία και τη δρομολόγηση ενός νέου κινητικού προγράμματος.
Συνεπώς, το ερώτημα που τίθεται είναι πόσο σύντομα μπορεί ο αμυντικός να αλλάξει  τη σχεδίαση μιας αντίδρασης, και στον σχεδιασμό μιας άλλης, διαφορετικής αντίδρασης; Το κινητικό σύστημα επεξεργάζεται ένα ερέθισμα και δημιουργεί ένα κινητικό πρόγραμμα αντίδρασης σε αυτό. Εάν παρουσιασθεί ένα δεύτερο ερέθισμα, κατά τη διάρκεια που το σύστημα επεξεργάζεται αυτό το πρώτο ερέθισμα (SOA), η επεξεργασία και δημιουργία της δεύτερης αυτής αντίδρασης θα καθυστερήσει (PRP).
Σύμφωνα με τη θεωρία επεξεργασίας δεδομένων, ο ανθρώπινος εγκέφαλος, επεξεργάζεται τις αισθητηριακές πληροφορίες σε τρία στάδια πριν ενεργήσει κινητικά. Αρχικά γίνεται η αναγνώριση (αντίληψη) του ερεθίσματος, όπου γίνεται σύγκριση με τα μοτίβα που είναι εγγεγραμμένα στη μνήμη. Οι  αισθητηριακές περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού και ο ιππόκαμπος είναι οι κύριες περιοχές που δραστηριοποιούνται σε αυτή τη φάση.  Στο δεύτερο στάδιο, σχεδιάζει ένα κινητικό πρόγραμμα ή επιλέγει ένα αποθηκευμένο. Σε αυτή τη φάση εμπλέκεται επιπλέον και ο πρόσθιος μετωπιαίος φλοιός, ο οποίος συμμετέχει στην επεξεργασία των δεδομένων. Τέλος, το κινητικό πρόγραμμα μετατρέπεται σε εντολές προς τους μύες για την εκτέλεσή του πλέον. Σε αυτή τη φάση μπαίνουν στο παιχνίδι και τα βασικά γάγγλια, η παρεγκεφαλίδα και το νωτιαίο σύστημα. Σύμφωνα με τη θεωρία του χωνιού, η αντίδραση του δευτέρου ερεθίσματος στην προσποίηση, μπορεί να γίνει μόνο κατά την τελική φάση επεξεργασίας του πρώτου ερεθίσματος. Ενώ, λοιπόν, τα άτομα μπορούν να αντιληφθούν τα δύο ερεθίσματα ταυτόχρονα, θα πρέπει να καθαρίσει το τελικό στάδιο επεξεργασίας του πρώτου ερεθίσματος (προσποίηση) για να δρομολογηθεί η επεξεργασία και εκτέλεση της απάντησης στο δεύτερο (πραγματικό) ερέθισμα.

Διαπιστώνουμε ότι η κινητική συμπεριφορά είναι μια περίπλοκη διαδικασία που εμπλέκει γνωστικές και δημιουργικές συνιστώσες όλου του εγκεφαλικού/νευρικού συστήματος τόσο σε επίπεδο κινητοποίησης όσο και σε επίπεδο δημιουργία νέων συνάψεων και νευρωνικών δικτύων. Η Φ. Αγωγή και η άθληση δεν περιορίζεται μόνο στην ενεργοποίηση των κινητικών συστημάτων του κεντρικού και του περιφερειακού νευρικού συστήματος αλλά ενεργοποιεί και τις γνωστικές περιοχές του εγκεφάλου.
Βιβλιογραφία
Lee, D.T. (2011). Motor Control in Everyday Actions. Human Kinetics, Champain, USA.
Schmidt, A. R. & Lee, D. T. (2014). Motor Learning and Performance. From Principles to Application, Human Kinetics, Champain, USA.
Schmidt, A. R. & Lee, D. T. (2011). Motor Control and Learning. A Behavioral Emphasis, Human Kinetics, Champain, USA.
Telford, C.W. (1931). The refractory phase of voluntary and associative responses. Journal of Experimental Psychology, 14, 1-36.

Νικόλαος Δόβρος, εκπ/κός Φ. Αγωγής, M.Ed., Phd, Πανεπ. Κρήτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου